ΤΙΠΟΤΑ

“…here I opened wide the door darkness there and nothing more”

Edgar Allan Poe

ΚΤΥΠΑΕΙ Η ΠΟΡΤΑ ΜΑ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ. ΜΟΥΧΕΙ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩΣΗ το αλκοόλ κι απουσιάζω. Το δωμάτιο ποιος τ’ άδειασε ξαφνικά; Ποιος είμαι, πού πάω; Κολυμπάω μέσα σε κούφιο λεμόνι, μια αιωρούμαι, μια βυθίζομαι, ανάποδες, πρόσθιο, πεταλούδα, κρόουλ: Τίποτα. ‘Eρμαιο μιας χαώδους κι άγνωστης βαρύτητας, αδύνατο να σταθεροποιηθώ σ’ ένα σημείο. Λικνίζομαι πάνω-κάτω απλωμένος σ’ αόρατη γόνδολα, ακουμπάω τη μια στο βούρκο της Βενετίας και την άλλη ανέρχομαι, ανεβαίνω, ανεβαίνω, ανεβαίνω, κολλάω τη μύτη στο φεγγάρι και μετά κατρακυλάω ξανά στις πλαγιές του απόλυτου κενού, πέφτω, πέφτω… Ανάσκελα στο πάτωμα, το ταβάνι στριφογυρίζει γιαταγάνι, τώρα είναι που θα μ’ αποκεφαλίσει, σίγουρα τίποτα πια δε με βοηθάει, «η ποίηση, η ποίηση, μόνο η ποίηση θα με σώσει», σκέφτομαι, και κει που ο δήμιος ανασηκώνει το λεπίδι αρπάζομαι απ’ τα μαλλιά μιας ελάχιστης αξιοπρέπειας που μου ‘χει απομείνει κι ανασηκώνομαι. Κουτσά στραβά κάθομαι, βγάζω με κόπο το μαύρο μπλοκάκι απ’ την τσέπη κι αρχινάω:

Τίποτα, τίποτα

.……………..

Δε μου βγαίνει. Μαγκώνω. Κάποιοι εν τη απουσία μου, μου στόμωσαν τις σκέψεις, άδικος κόπος, το κλείνω. Το ξαναμπήγω στην τσέπη, κάνω να σηκωθώ και παραπατάω, πέφτω βλήμα στον καναπέ, λέω όπου να ‘ναι το ταβάνι ανεμίζει και πάλι το σπαθί, η γόνδολα του εμετού φερμάρει και κει ξανακτυπάει η πόρτα.

Ξεδιπλώνομαι μουδιασμένος, ανοίγω ενστικτωδώς τα πόδια όσο μπορώ και πασπατευτά από έπιπλο σε τοίχο κι από τοίχο σε έπιπλο, τρεκλίζοντας, ανοίγω. Πίσω απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα φωτίζει βραχύσωμη γυναικεία μορφή, οικεία φυσιογνωμία- σε δόσεις η μνήμη πάει κάποια να μου θυμίσει- το πρόσωπό της όμως κει που ξεκαθαρίζει, ξαφνικά θαμπώνει και τη χάνω, τσαλαβουτώ βασανιστικά μια στο παρόν και μια στο παρελθόν, γέρνω πίσω-μπροστά, ανοιγοκλείνω τα μάτια μου σφικτά: Τίποτα. Δε θυμάμαι τίποτα. Είναι στη μέση και το ελαφρυντικό του ακαταλόγιστου, πού ξέρεις μπορεί και να τη γνωρίζω, σκέφτομαι, την αφήνω να περάσει.

Μ’ ακολουθεί στο σαλόνι, την ακούω πίσω να ψελλίζει: «συγνώμη, συγνώμη, δεν ήξερα…μη μ’ αγνοείς, κοίταξέ με… » κι εντούτοις δε γυρίζω να τη δω, διατηρώ παρ’ όλα αυτά ακέραια την απέχθειά μου προς ό,τι μελοδραματικό, πατώ όσο γερά γίνεται στα μάρμαρα της αυτοκυριαρχίας και αρθρώνω: «Δε χρειάζονται εξηγήσεις, άδικος κόπος, μη μιλάς», σημάδι ότι θα πρέπει κάπου να την ξέρω, αλλά πού;

Σκύβω και μπουσουλώντας αγκαλιάζω διάπλατα το χαλί, συμμαζεύω από κάτω το άτακτο κοπάδι των άδειων κουτιών της μπύρας, τις μαντρώνω στη γωνία, τσαλακώνω τις σκόρπιες εφημερίδες, χώνω τα κουβάρια κατ’ απ’ το πουφ και το τραπέζι, κρύβω με τρόπο άτσαλο τα χάπια πίσω από το μαξιλάρι και μηχανικά τη βοηθάω να καθίσει: Συρρικνώνεται. Τα ποδαράκια της ίσα που ακουμπούν στο πάτωμα, λυγίζει μπροστά, φέρνει τις δυο της απαλάμες στο πρόσωπο και ξεσπάει σε λυγμούς. Λέει πράματα ακαταλαβίστικα, στην παραζάλη ίσα που ξεδιαλύνω δυο με τρεις φράσεις το πολύ, κινάει και πάλι κάποια να μου θυμίσει, μα μου διαφεύγει, έχει όντως το κλάμα της κάτι γνώριμο, διακρίνω κι έναν τόνο ανεξήγητα απολογητικό, ένοχη λες για κάτι τραγικό που μου συμβαίνει και που όμως αγνοώ:

«Όταν έφευγα… δεν ήξερα πόσο…πόσο σ’ αγαπ…αγαπ… τώρα όμως… θέλω, θέλω να…μην κοιτάς που καθόμουνα σήμερα στη…στη… δίπλα σε κείνον…πληγώθηκες μα… τίποτα… σχέση απελπισίας, η μοναξιά είναι που μας σπρώχνει σε άθλιες αγκαλιές, μόνο εσένα σκέφτομαι…στο ‘γραψα…στις αφιερώσεις… των βιβλίων, στις κάρτες… στους δίσκους “ό,τι και να συμβεί θα ‘μαι πάντα, δίπλα σου, μέσα σου, παντού”… συ με είχες διώξει…η στάση σου, θυμάσαι; Γιατί δε θυμάσαι;»

Τίποτα δε θυμάμαι. ‘Αι στην οργή! Είμαι σίγουρος ότι δεν την ξέρω, τι τoν κρατάω εδώ αυτόν το νάνο! Με τη γυναίκα μου πάει κιόλας χρόνος που παντρευτήκαμε, αυτή εδώ στο σαλόνι μιλάει για κάτι εντελώς πρόσφατο, δεν ξηγιέται το τόσο της πάθος. Ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία, δε μου λέει τίποτα, μου είναι πέρα για πέρα άγνωστη, αδύνατο να ‘χα μπει ποτέ σε τέτοιο σώμα, εξάλλου μου φαίνεται τόσο εύθραυστη, μια πορσελάνινη κουκλίτσα μέσα κι έξω, δεν ανακαλώ, οι γυναίκες που ‘ξερα ήταν δυναμικές, πιλότοι κι αλεξιπτωτίστριες -τόσο τολμηρές κι ατίθασες- φως φανάρι θα πρόκειται περί τρελής.

«Σας παρακαλώ, η γυναίκα μου είναι στο μπάνιο, όπου να ‘ναι βγαίνει, μια γυναίκα όλη κι όλη αγάπησα στη ζωή μου, γι’ αυτό και δε θέλω να τη χάσω, σας ικετεύω φύγετε μη σας δει, οι γυναίκες που αξίζουν πληγώνονται πολύ εύκολα, ξέρετε. Αυτή που ακούς να πλατσουρίζει στο νερό είναι το πεπρωμένο μου, αν τη χάσω θα τρελαθώ, φύγετε όσο είναι νωρίς, πριν βγει και σας αντικρίσει, σας παρακαλώ»

Συνεχίζει να κλαίει μ’ αναφιλητά, αλλά ο πόνος είναι δικό της μονοπώλιο, πέφτουν τα δάκρυά της, μα δε μ’ αγγίζουν, ναι, με προστατεύει τελευταία αδιόρατο στρώμα παγετού, βλέπω, μα ως εκεί, ίδια φακός φωτογραφικής αδύνατο να παρεισφρήσουν μέσα μου οδύνες κι ευαισθησίες. Το μόνο που με καίει τώρα είναι μη χάσω τη Μούσα της ζωής μου, αυτήν που όπου να ‘ναι βγαίνει, έχει κιόλας κλείσει τη βρύση, ακούω μάλιστα το τσαφ-τσαφ του ο ντε τουαλέτ, θα πρέπει άρα να βιαστώ.

Tην αδράχνω απ’ το μπράτσο και την τραβάω αποφασιστικά, «μα ελάτε επιτέλους, θα πρέπει να φύγετε», της ξεφωνίζω, κι αυτή εξαντλημένη απ’ το κλάμα αφήνεται στην οργή μου, τη σέρνω στο χολ, αγνοώ τον καθρέφτη που χασκογελά σατανικά, ανοίγω την πόρτα και τη σπρώχνω έξω. Τη σκουντάω μέχρι τις σκάλες και ψυχρά με μάτια που γυαλίζουν, την παρακολουθώ κατόπι που με το δεξί στην κουπαστή κατεβαίνοντας, στροβιλίζεται στα σκαλιά σαν ξεγραμμένο Φθινοπωρινό φύλλο. Στέκομαι για λίγο στο κεφαλόσκαλο, αφουγκράζομαι προσεκτικά και μόλις τα βήματά της σβήνουν, μπαίνω μέσα, κλείνω την πόρτα, τρέχω γρήγορα γρήγορα στο μπάνιο κι ανοίγω: Μέσα κανείς. Ανοίγω και τη βρύση: Σταγόνα δεν τρέχει!

Πανικοβλημένος τρέχω στο παράθυρο, ξεριζώνω τις κουρτίνες, ανοίγω διάπλατα, ακουμπάω τους αγκώνες στο περβάζι και κρεμάμενος κοιτάζω κάτω: Τίποτα. Την ψάχνω στο δρόμο, στη γραμμή του ορίζοντα, στο θαμπόγυαλο του καταδικασμένου ηλιοβασιλέματος: Πουθενά. Τρέχω έξω να την προλάβω, κουτρουβαλάω στις σκάλες, βγαίνω στο δρόμο με την ψυχή στο στόμα, κοιτάζω δεξιά, αριστερά: Tίποτα.

Σκυφτό κουρασμένο σκυλί περνάω απέναντι, σωριάζομαι στο παγκάκι της στάσης και γυρνώντας προς την πολυκατοικία, μου ξεφεύγουν τα μάτια, πετάνε ψηλά σαν πεταλούδες, πάνε αντίκρυ και μετέωρα φτερουγίζουν μπροστά στο παράθυρο. Nαι, με βλέπω καθαρά: Είμαι ακόμα εκεί ψηλά. Απολιθωμένος την ψάχνω κάτω στο δρόμο όπως πεθαμένο δέντρο τη ζωή και μοιάζω μες στο σκοτάδι που πλακώνει μια φιγούρα άχαρη, ένα περίγραμμα χωρίς πνοή. Το μπλοκάκι, το μπλοκάκι, πού είναι το μαύρο μου μπλοκάκι;

Αψηφώ περαστικούς, γείτονες και γνωστούς- επιμένουν να με χαιρετούν όπως πάντα εύχαρις κι ανίδεοι- βγάζω το δεφτεράκι απ’ την τσέπη, παίρνω το στυλό και σμιλεύω ποίημα:

Όλοι λεν πως

στην έκφρασή του έχει κάτι παράξενο

πάντα στην ίδια θέση, στο μέσο

ούτε δεξιά, ούτε αριστερά

ούτε γέλιο, ούτε λύπη

κάτι σαν ξύλινο προσωπείο

Ιντιάνικου θεού.

Κάποιοι λεν πως πίσω

είναι μια γυναικεία μορφή

που από καιρό τον αιχμαλωτίζει

άλλοι λεν πως είδαν μόνο σκιές

κι άλλοι

(οι πιο πολλοί)

δεν ξέρουνε τίποτα

τίποτα, τίποτα

ένα τεράστιο τίποτα.